Το site του Βραχόκηπου ανανεώνεται. |
Κρίση
Φιλοξενούμενα Site
| Η Δημοκρατική Αρχή - Πέμπτο Μέρος |
|
|
| Βιβλιοθήκη - Bordiga Amadeo | |||||||||
| Συντάχθηκε απο τον/την Amadeo Bordiga | |||||||||
Σελίδα 7 από 7
V
Νομίζουμε ότι έχουν ειπωθεί αρκετά για τη δημοκρατική αρχή όπως εφαρμόζεται στο αστικό κράτος, το οποίο υποστηρίζει ότι αγκαλιάζει όλες τις τάξεις, καθώς και για την εφαρμογή της στο προλεταριάτο, αποκλειστικά σαν βάση του κράτους μετά την επαναστατική νίκη. Πρέπει να λεχθεί κάτι σχετικά με την εφαρμογή του δημοκρατικού μηχανισμού σε οργανώσεις που υπάρχουν μέσα στο προλεταριάτο πριν (όσο και μετά) την κατάκτηση της εξουσίας, δηλαδή τα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα.
Αποδείξαμε παραπάνω ότι η αληθινή οργανωτική ενότητα είναι δυνατή μόνο στη βάση της ταυτότητας των συμφερόντων ανάμεσα στα μέλη της οργάνωσης. Εφόσον κάποιος συμμετέχει στα συνδικάτα ή τα κόμματα ως αποτέλεσμα μιας αυθόρμητης απόφασης να συμμετέχει σε μια συγκεκριμένου τύπου δράση, μια κριτική η οποία αρνείται ολοκληρωτικά κάθε αξία στο δημοκρατικό μηχανισμό στην περίπτωση του αστικού κράτους (δηλαδή μια απατηλή συνταγματική ένωση όλων των τάξεων) δεν μπορεί να εφαρμοστεί εδώ. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση του κόμματος και του συνδικάτου είναι αναγκαίο να μην οδηγούμαστε σε λάθη από την αυθαίρετη αρχή της “ιερότητας” της απόφασης κατά πλειοψηφία.
Σε αντίθεση με το κόμμα, το συνδικάτο χαρακτηρίζεται από την πραγματική ταυτότητα των άμεσων υλικών συμφερόντων των μελών του. Μέσα στα όριά του, επιτυγχάνει μια πλατιά ομοιογενής σύνθεση και είναι μια οργάνωση εθελοντικής συμμετοχής. Τείνει να γίνει μια οργάνωση στην οποία όλοι οι εργάτες μιας δοσμένης κατηγορίας ή βιομηχανίας συμμετέχουν αυτόματα ή είναι, όπως σε μια συγκεκριμένη φάση της δικτατορίας του προλεταριάτου, υποχρεωμένοι να συμμετέχουν. Είναι βέβαιο ότι σε αυτές τις δομές τα νούμερα παραμένουν ο αποφασιστικός παράγοντας και η πλειοψηφικές αποφάσεις έχουν μεγάλη αξία, αλλά δεν μπορούμε να περιοριστούμε σε μια σχηματική θεώρηση εκ του αποτελέσματος. Είναι επίσης απαραίτητο να λάβουμε υπ' όψιν μας άλλους παράγοντες που παίζουν ρόλο στη ζωή των συνδικάτων: μια γραφειοκρατικοποιημένη ιεραρχία αξιωματούχων που παραλύουν το συνδικάτο υπό την κηδεμονία τους και τις πρωτοπόρες ομάδες που τα επαναστατικά κόμματα εγκαθιστούν μέσα σε αυτά ώστε να τα οδηγήσουν στο πεδίο της επαναστατικής δράσης. Σε αυτόν τον αγώνα, οι κομμουνιστές συχνά σημειώνουν ότι οι αξιωματούχοι της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας καταπατούν την δημοκρατική ιδέα και περιφρονούν τη θέληση της πλειοψηφίας. Είναι σωστό να καταγγέλεται κάτι τέτοιο, επειδή τα δεξιά αφεντικά των συνδικάτων προβάλουν μια δημοκρατική αντίληψη, και είναι αναγκαίο να αναδεικνύουμε τις αντιφάσεις τους. Το ίδιο κάνουμε με τους φιλελεύθερους αστούς κάθε φορά που εξουδετερώνουν και νοθεύουν τις λαϊκές συνελεύσεις, χωρίς να υποστηρίζουμε ότι ακόμη και μια ελεύθερη συνέλευση θα έλυνε τα προβλήματα που βαραίνουν το προλεταριάτο. Είναι δίκαιο και κατάλληλο να κάνουμε κάτι τέτοιο, γιατί τις στιγμές που οι ευρείες μάζες σπρώχνονται στη δράση υπό την πίεση της οικονομικής κατάστασης, είναι δυνατό να αποφύγουν την επίδραση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, η οποία στην πραγματικότητα είναι μια εξωπρολεταριακή επιρροή τάξεων και οργανώσεων ξένων προς τα συνδικάτα, και ως εκ τούτου να αυξηθεί η επιρροή των επαναστατικών ομάδων. Αλλά σε όλα αυτά δεν υπάρχει καμία “ιδιοσυστατική” πρόληψη και οι κομμουνιστές, υπό τον όρο ότι έχουν γίνει κατανοητοί από τις μάζες και μπορούν να αποδείξουν σε αυτές ότι δρουν στην κατεύθυνση των πιο άμεσα αισθητών συμφερόντων τους, μπορούν και πρέπει να συμπεριφέρονται με έναν εύκαμπτο τρόπο απέναντι στους κανόνες της τυπικής δημοκρατίας. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα σ' αυτές τις δύο τακτικές στάσεις: από τη μια πλευρά, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της αντιπροσώπευσης της μειοψηφίας στα ηγετικά όργανα των συνδικάτων όσο η κατάσταση το επιτρέπει· από την άλλη, υποστηρίζοντας ότι η θεσμισμένη αντιπροσώπευση πρέπει να εξαφανιστεί μόλις καταλάβουμε αυτές τις οργανώσεις ώστε να επιταχύνουμε τις δράσεις τους. Αυτό που θα μας καθοδηγήσει στο ζήτημα είναι μια προσεκτική ανάλυση την διαδικασίας ανάπτυξης των συνδικάτων στην παρούσα φάση. Πρέπει να επιταχύνουμε την μετατροπή τους από όργανα αντεπαναστατικής επιρροής στο προλεταριάτο, σε όργανα επαναστατικού αγώνα. Τα κριτήρια των εσωτερικών οργανώσεων δεν έχουν αξία από μόνα τους αλλά μόνο στο βαθμό που συμβάλλουν σε αυτό το σκοπό.
Τώρα θα αναλύσουμε την οργάνωση του κόμματος την οποία ήδη αγγίξαμε κατά την εξέταση των μηχανισμών του εργατικού κράτους. Το κόμμα δεν ξεκινάει από μια τόσο ολοκληρωμένη ταυτότητα οικονομικών συμφερόντων όπως το συνδικάτο. Αντιθέτως, βασίζει την ενότητα της οργάνωσής του όχι σε μια κατηγορία, όπως τα συνδικάτα, αλλά στην πολύ πιο ευρεία βάση ολόκληρης της τάξης. Αυτό αληθεύει όχι μόνο στον τόπο, καθώς το κόμμα προσπαθεί να γίνει παγκόσμιο, αλλά και στον χρόνο, καθώς είναι το ιδιαίτερο όργανο του οποίου η συνείδηση και η δράση αντανακλά τις ανάγκες την νίκης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της επαναστατικής προλεταριακής απελευθέρωσης. Όταν μελετάμε τα προβλήματα της δομής του κόμματος και των εσωτερικών οργανώσεων, αυτές οι πασίγνωστες σκέψεις μας αναγκάζουν να έχουμε στο μυαλό μας ολόκληρη τη διαδικασία της ανάπτυξης και της ζωής τους σε σχέση με τα σύνθετα καθήκοντα που πρέπει συνεχώς να φέρνουν σε πέρας. Οι σκοποί αυτής της, ήδη μακριάς έκθεσης, δεν μας επιτρέπει να μπούμε σε λεπτομέρειες του μηχανισμού που θα πρέπει να ρυθμίζει τα συμβούλια των μελών των μαζικών κομμάτων, την στρατολόγησή τους και τον διορισμό των υπεύθυνων αξιωματούχων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο να κάνουμε από τη διατήρηση της αρχής της πλειοψηφίας. Αλλά όπως έχουμε τονίσει, δεν υπάρχει λόγος να ανυψώσουμε τη χρήση του δημοκρατικού μηχανισμού σε αρχή. Εκτός της συμβουλευτικής του λειτουργίας, ανάλογης με τα νομοθετικά καθήκοντα της κρατικής μηχανής, το κόμμα έχει εκτελεστικά καθήκοντα τα οποία την κρίσιμη στιγμή του αγώνα, ανταποκρίνονται σε αυτά ενός στρατού και τα οποία απαιτούν την μέγιστη πειθαρχία προς την ιεραρχία. Στην πραγματικότητα, στην σύνθετη διαδικασία που οδήγησε στο σχηματισμό των κομμουνιστικών κομμάτων, η ανάδυση μιας ιεραρχίας είναι ένα πραγματικό και διαλεκτικό φαινόμενο που έχει μακριές ρίζες και που ανταποκρίνεται σε ολόκληρη την παρελθούσα εμπειρία της λειτουργίας του κομματικού μηχανισμού. Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η απόφαση της πλειοψηφίας του κόμματος είναι σωστή per se όπως αυτή των αλάνθαστων υπερφυσικών Γραφών που ορισμένες ανθρώπινες κοινωνίες υποστηρίζουν ότι έχουν ως ηγέτες τους, όπως αυτοί που θεωρούν ότι το Άγιο Πνεύμα συμμετέχει στα παπικά συνέδρια. Ακόμη και σε μια οργάνωση σαν το κόμμα όπου η πλατιά σύνθεσή του είναι αποτέλεσμα επιλογής δια μέσου αυθόρμητης εθελοντικής συμμετοχής και ελεγχόμενης στρατολόγησης, η πλειοψηφική απόφαση δεν είναι εγγενώς η καλύτερη. Αν συμβάλλει στην καλύτερη λειτουργία των εκτελεστικών σωμάτων του κόμματος, αυτό συμβαίνει μόνο λόγο της σύμπτωσης των ατομικών προσπαθειών σε μια ενωτική και καλο-οργανωμένη δουλειά. Δεν θα προτείνουμε τώρα την αντικατάσταση αυτού του μηχανισμού από κάποιον άλλο και δεν θα εξετάσουμε λεπτομερώς πώς θα μπορούσε να ήταν ένα τέτοιο νέο σύστημα. Αλλά μπορούμε να οραματιστούμε έναν τρόπο οργάνωσης ο οποίος θα είναι διαρκώς απελευθερούμενος από τη συνήθεια της δημοκρατικής αρχής, και ο οποίος δεν θα είναι απαραίτητο να αρνηθεί λόγω ανεξήγητων φόβων αν μια μέρα μπορεί να δειχθεί ότι άλλοι τρόποι απόφασης, επιλογής, επίλυσης προβλημάτων είναι πιο ταιριαστοί με τις πραγματικές ανάγκες της ανάπτυξης του κόμματος και της δράσης του στο πλαίσιο της ιστορίας.
Το δημοκρατικό κριτήριο είναι για μας μέχρι τώρα ένας υλικός και δευτερεύον παράγοντας στην κατασκευή της εσωτερικής μας οργάνωσης και τη διατύπωση των κομματικών μας κανόνων· δεν είναι μια απαραίτητη πλατφόρμα γι' αυτή. Συνεπώς δεν θα ανυψώσουμε την οργανωτική φόρμουλα γνωστή ως “δημοκρατικός συγκεντρωτισμός” στο επίπεδο της αρχής. Η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι αρχή για μας. Ο συγκεντρωτισμός αναμφίβολα είναι, καθώς τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της οργάνωσης του κόμματος πρέπει να είναι η ενότητα της δομής και της δράσης. Ο όρος συγκεντρωτισμός είναι αρκετός για να εκφράσει τη συνέχεια της δομής του κόμματος στον χώρο· για να εισαγάγουμε την θεμελιώδη ιδέα της συνέχειας στον χρόνο, την ιστορική συνέχεια του αγώνα ο οποίος, ξεπερνώντας διαδοχικά εμπόδια, συνεχώς προχωρώντας προς τον ίδιο σκοπό, και για να συνδέσουμε αυτές τις δύο θεμελιώδεις ιδέες της ενότητας στην ίδια φόρμουλα, θα προτείνουμε ότι το κομμουνιστικό κόμμα βασίζει την οργάνωσή του στον “οργανικό συγκεντρωτισμό”. Ενώ διατηρούμε το κομμάτι του δευτερεύοντος δημοκρατικού μηχανισμού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, θα περιορίσουμε την χρήση του όρου “δημοκρατία”, που είναι αγαπητός στους χειρότερους δημαγωγούς αλλά, ειρωνικά, διαφθείρει τους εκμεταλλευόμενους, καταπιεσμένους και γελασμένους, παραδίδοντάς την στην αποκλειστική χρήση από τους αστούς και τους πρωταθλητές του φιλελευθερισμού με τα διάφορα προσωπεία τους και τις, πότε πότε, εξτρεμιστικές τους πόζες. |

